Search This Blog

Tuesday, 21 February 2012

Λέξη Ημέρας – Τι σημαίνει «διαπρύσιος»;

διαπρύσιος, -α, -ο = συχνά στη φράση: «διαπρύσιος κήρυκας», δηλαδή πρόσωπο που διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό: π.χ. έγινε διαπρύσιος της αδελφοσύνης των λαών.

Ετυμολογία: αρχ. < *διαπρύτιος, πιθ. < δια-πρό «διαμπερώς, πέρα ως πέρα», όπου η μεταβολή -υ- < -ο- (-πρυ- < -προ-) οφείλεται μάλλον σε αιολικό φωνηεντισμό (πβ. αιολ. όνυμα, από όπου επώνυμος, ανώνυμος, συνώνυμος κ.λπ., αντί τού όνομα).


Πηγή: Γ. Μπαμπινιώτη (2002) Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα

www.offsite.com.cy

No comments:

Post a comment